Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Επειδή ανακαλύπτω



Μ' εκπλήσσουν ευχάριστα μερικοί άνθρωποι. Τελευταία, όλο και πιο πολύ ανακαλύπτω, πως οι πιο πρόσφατες γνωριμίες - των τελευταίων περίπου 2 χρόνων - είναι αυτές που με καταλαβαίνουν και μου συμπαραστέκονται. Και σίγουρα μια παλιά γνωριμία, που πρόσφατα τόλμησε το μισό "σ' αγαπώ". Αλλά έτσι είναι οι άνθρωποι. Όσο πιο πολλά λόγια, τόσο πιο κενοί.

Μυρτώ σ' ευχαριστώ

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Επειδή έφυγες...

...γιαγιάκα μου,
ήρθα κι εγώ να σε χαιρετήσω, όπως ήρθες κι εσύ, σαν σκιά στο δωμάτιο, λίγο πριν μάθω τα νέα. Αλλού η πείνα, αλλού ο πόνος, μου είχες πει όταν έχασες την κόρη σου, αλλά γιαγιάκα μου, ξέρεις ότι έχω πρόβλημα με το στομάχι μου και μην στενοχωριέσαι που δεν ήπια ούτε νερό. 
Βλέπεις τι ωραία μέρα έκανε σήμερα; Ανοιξιάτικη. Τα πουλιά τ' ακούς; Στο περιβόλι τιτιβίζουν, έξω απ' το σπίτι. Στο δέντρο που μας κρέμαγες κούνια τα καλοκαίρια, στο μπολιασμένο δέντρο, στη συκιά και στη μανταρινιά που κάνει τα χοντρά μανταρίνια χωρίς τα κουκούτσια, αυτή που είχε φυτέψει ο παππούς πριν 27 χρόνια για το annanάκι του. 
Ξέρεις γιαγιακούλα μου, πνίγηκα όταν σε είδα. Σαν κέρινη κούκλα ήσουν και το χρώμα δεν σου πήγαινε. Ήταν αφύσικο για 'σένα. Εντάξει, δεν ήθελα να σε κοιτάξω καθόλου, γι' αυτό κάθισα 8 βήματα από τη θέση σου και πίσω από άλλες κυρίες. Αλλά γιαγιά μου κουτσομπόλευαν και δεν άντεχα να τις ακούω. Κι εσένα θα σε τσάντισαν νομίζω, γιατί οι δυο μας μοιάζουμε πολύ και καταλαβαινόμαστε. 
Από παιδί σου είχα αδυναμία. Όταν φεύγαμε απ' το χωριό κι εγώ στην υπόλοιπη, μισάωρη διαδρομή έκλαιγα απαρηγόρητη που δεν με άφηναν μαζί σου. Όταν οι γονείς μου αμφέβαλαν για τις επιδόσεις μου στο σχολείο κι εσύ τους έλεγες "ο annanas πάει αργά, για να φτάσει γρήγορα". Όταν με είχες πάρει στο πεζούλι του σπιτιού και με παρηγορούσες γιατί τα ξαδέρφια μου δεν με έπαιζαν και μου έδειχνες στην πανσέληνο ένα αγκαλιασμένο ζευγάρι. Όταν πήρα πτυχίο και έφερα πίτσες, που λάτρευες, για να το μοιραστώ μαζί σου. Όταν δεν μπορούσες να σταματήσεις το κλάμα στην ορκομωσία μου, γιατί άκουσες το δεύτερο όνομά μου -το δικό σου- και τότε πίστεψες για πρώτη φορά ότι τόσα χρόνια δεν σε κοροϊδεύαμε ότι με λένε και Μαρία (γιατί στη βάφτιση δεν ήσουν). Όταν θέλησες να γνωρίσεις τον αγαπημένο μου και τον αγάπησες, γιατί μ' αγαπούσες. Όταν ζύμωνες το πιο νόστιμο ψωμί που έχω φάει ποτέ κι όταν μαγείρευες τα πιο νόστιμα και παράλληλα ελαφριά φαγητά, που έχω φάει ποτέ. 'Οταν μου ζητούσες το "ζατζίκ να είναι αψύ". Όταν μου έγραφες να σου ψωνίσω απ' το Σ/Μ "δγιαούρτ". Όταν στενοχωρήθηκες που η κόρη σου και νονά μου αθέτησε το λόγο της κι έπεισες τον ανύπαντρο γιο σου να μου γράψει το σπίτι του, για να με εξασφαλίσεις. Όταν έβγαλα την πρώτη μου σφραγίδα και με έβαλες να σφραγίσω ένα σωρό χαρτιά, με τα οποία στόλισες τη βιβλιοθήκη σου, για να καμαρώνεις το annanάκι σου, που από τούβλο "έφτασε γρήγορα" κι έγινε δικηγόρος. Όταν συμμεριζόσουν το άγχος και τις ανησυχίες μου για τις εξετάσεις. Όταν, άρρωστη πια, μου είπες ότι περίμενες τα αποτελέσματα για να φύγεις. Όταν ούρλιαξες απ' τη χαρά σου όταν έμαθες για την επιτυχία μου, αλλά δεν μπορούσες να μου το πεις. 
Είμαι η αγαπημένη σου από τα 17 ξαδέρφια κι είσαι η αγαπημένη μου. Ο μόνος άνθρωπος που μου συμπαραστάθηκε 100% σε ό,τι έκανα, από τότε που γεννήθηκα και για 29 σχεδόν χρόνια.
Γιαγιακούλα μου, ξέρεις ότι δεν θα σε χαιρετούσα χωρίς να σε κοιτάξω. Είσαι τόσο πολύ ήρεμη και τόσο πολύ όμορφη που όταν συγκεντρώνω το βλέμμα μου στο στέρνο σου, βλέπω ότι ξεκλέβεις καμιά αναπνοή και τα μάτια σου τρεμοπαίζουν, έτοιμα να ανοίξουν για να ξανακλείσουν με ματιά, όπως πάντα συνεννοούμαστε εμείς.
Συγγνώμη που φυσάω τη μύτη μου, αλλά ξέρεις ότι δεν ήθελα ποτέ να σε δω τόσο ακίνητη. Κλαίω, ναι. Όλο το κορμί μου. Τα μάτια μου, στην πλάτη μου κυλούν δάκρυα, στις πατούσες μου, στα χέρια μου. 
Γιαγιά μου, το μυστικό σου το μοιράστηκα μόνο με τον αδερφό μου. Θυμάσαι τότε που έπεσες και χτύπησες τη μύτη σου; Θυμάσαι που έλεγες ότι στράβωσε κι ανησυχούσες μήπως αυτή την ώρα, προσέξει ο κόσμος ότι το ένα ρουθούνι φαίνεται μεγαλύτερο απ' το άλλο; Θυμάσαι που γελούσα και σου 'λεγα ότι είναι το ίδιο και δεν διαφέρουν; Δίκιο είχες. Το αριστερό είναι όντως μεγαλύτερο. Πολύ. Αλλά δεν το είπα και στους άλλους, για να μην το προσέξουν, μην ανησυχείς.
Και μιας και λέω για μύτες, θυμάσαι εκείνη την ιστορία που μου έλεγες, για μια κυρία απ' το χωριό, που στην εκκλησία μια μύγα κάθισε στη μύτη της κι εκείνη με το χέρι της την έδιωξε κι όλος ο κόσμος πετάχτηκε έξω, ουρλιάζοντας; Πού είναι αυτή η ζωηφόρος μύγα, να κάτσει  και στη δική σου μύτη, γιαγιούλα μου;
Πάντως μη σε νοιάζει τίποτα. Όλα ήταν όπως έπρεπε να είναι. Εσύ ήσουν πανέμορφη κι εγώ στεκόμουν δίπλα στο αριστερό σου γόνατο συνέχεια. Πες μου, σε φίλησε άλλος πιο τρυφερά από μένα; Μόνο εγώ στόλισα το πρόσωπό σου με ένα κρίνο, ένα κόκκινο τριαντάφυλλο και 3-4 μαργαρίτες. Κανείς άλλος στο πρόσωπο, γιαγιά μου.
Τώρα που άλλαξαν τα πράγματα, μην με ξεχάσεις. Να είσαι εκεί, σε κάθε επιτυχία μου και σε κάθε δυσκολία μου. Και να μ' αγαπάς.
Ν-Μαρία

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

Επειδή τάδε έφη Τάδε IV


- Πιστεύω ότι όλοι έρχονται στη ζωή μας για κάποιο λόγο, αλλά ακόμα δεν έχω καταλάβει, γιατί εμφανίστηκε στη δική μου ο Χ.
- Ίσως έρχονται για να μάθουμε πράγματα για 'μας και τις αντιδράσεις μας. Να μάθουμε τον εαυτό μας. Εγώ πιστεύω ότι όποιος έρχεται στη ζωή μας, ανοίγει κι ένα κουτάκι, απ' αυτά που κρύβουμε μέσα μας. 

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Επειδή θα χιονίσει (;)


Η επικείμενη κακοκαιρία, μου θύμισε την πρώτη φορά που είδα να χιονίζει. Κι αυτό συνέβη μόλις...στα 21 μου χρόνια. 
Παιδάκι από παραθαλάσσια επαρχιακή πόλη, που ήρθε στην πρωτεύουσα να σπουδάσει, κατέβηκα μια ανοιξιάτικη μέρα του Μάρτη να πάρω ταξί. Έβλεπα τις νιφάδες του χιονιού και νόμιζα ότι είναι αυτά τα άσπρα λουλουδάκια που κυκλοφορούν στην πόλη την Άνοιξη, όταν ψιλοφυσάει. Και χαιρόμουν μόνη μου. Σταματάω το ταξί που είχε ήδη πελάτη πίσω, μπαίνω και κάθομαι μπροστά.
"Τι ωραία η Άνοιξη! Τα λουλουδάκια αυτά παντού!!"
Κόκκαλο ο ταρίφας. 
Γυρίζει, με κοιτάει επιθετικά και ξαναγυρίζει μπροστά. Ήμουν και ξανθιά τότε.
Η δικιά σου δεν το 'ραψε όμως. Όσο προχωρούσαμε, τόσο πύκνωναν τα λουλουδάκια. 
"Μα τι γίνεται τέλος πάντων σήμερα με τα λουλουδάκια;"
Ξανά κόκκαλο ο ταρίφας.
"Ποια λουλουδάκια κοπελιά;"
"Αυτά τα άσπρα."
Κόκκαλο και ο πίσω πελάτης.
"Μας κοροϊδεύεις;! Αυτό είναι ΧΙΟΝΙ!"
Μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν μου είχε περάσει καν απ' το μυαλό ότι τα λουλουδάκια θα μπορούσαν να είναι χιόνι. 
Κόκκαλο ο annanas. 
Αισθάνθηκα σαν το μεγαλύτερο και ξανθότερο UFO του κόσμου. Ν' ανοίξει το κάθισμα του ταξιού να με καταπιεί ένα πράγμα.
"Δεν μπορεί να μην έχεις ξαναδεί χιόνι. Μας κοροϊδεύεις."
"Δεν έχω ξαναδεί. Αλήθεια! Εκεί που μεγάλωσα δεν χιονίζει ποτέ και στα βουνά πήγαινα όταν ήταν ήδη στρωμένο. Δεν έχω δει ποτέ να χιονίζει."
Ο ταξιτζής είχε αρχίσει να γίνεται ειρωνικός κι εγώ να θέλω να τον σπάσω στο ξύλο, που με αμφισβητούσε.
"Δεν μπορεί να μην έχει χιόνισει ποτέ στα μέρη σου."
Βλέμμα της κατσαρίδας, ο annanas, έτοιμος να ρίξει την μπουνιά.
"Κι από πού είσαι δηλαδή;"
Όταν του απάντησα, με κατάλαβε. Αφού συσκέφθηκε με τον πίσω πελάτη, κατέληξαν ότι έχουν γνωστούς από τα μέρη μου, οι οποίοι τους είχαν πει στο παρελθόν, ότι εκεί δεν χιονίζει. Κι έτσι πείστηκαν κι οι δύο, ότι ο τότε μικρός annanas είχε πολλά να μάθει στην πρωκτεύουσα.